H ατομική ψυχολογική υποστήριξη και η ψυχοθεραπεία απευθύνονται σε ενήλικες και εφήβους. Μέσα σε ένα πλαίσιο εμπιστευτικότητας, κατανόησης και φροντίδας, το άτομο συνεργάζεται με την ψυχολόγο-ψυχοθεραπεύτρια προκειμένου να επεξεργαστεί σκέψεις, συναισθήματα και συμπεριφορές, και να διαχειριστεί τη σχέση του με τον εαυτό του και τους άλλους. Ακόμη, η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει το άτομο να διερευνήσει και να ανταπεξέλθει σε δύσκολες καταστάσεις που μπορεί να βιώνει (σε μεταβατικές περιόδους, χωρισμό, απώλεια ή θάνατο, υπαρξιακά ζητήματα, ζητήματα προσωπικού σκοπού και αναζήτησης νοήματος), καθώς και διαχείριση κλινικών ψυχικών δυσλειτουργιών (κατάθλιψη, άγχος, κρίσεις πανικού).
Μέσα από την ψυχοθεραπεία, το άτομο μπορεί να θέσει και να επιτύχει προσωπικούς στόχους, να βιώσει μέσα από μια καλή θεραπευτική σχέση επανορθωτικές εμπειρίες σε σχέση με τον εαυτό του και τον συσχετισμό με τους άλλους, να αποκτήσει αυτογνωσία σε σχέση με το ίδιο και τις επιλογές του, να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα τη διάθεση και τα συναισθήματά του, τις σχέσεις του, τον εαυτό του και αυτά που το απασχολούν. Όταν ο θεραπευόμενος αρχίσει να αποκτά μια ευρύτερη κατανόηση της αυτοεικόνας, τον σκέψεων και των συναισθημάτων του, μπορεί να επιτύχει την αλλαγή αλλά και την αποδοχή. Τελικό στάδιο της διαδρομής αυτής, είναι η εμπέδωση των όσων ανακαλύφθηκαν στη θεραπεία και η αυτοδιαχείριση αυτών, από το άτομο.
Η προσέγγιση που ακολουθώ στη διαδικασία της ψυχολογικής υποστήριξης στηρίζεται στη Γνωσιακή Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία, η οποία τονίζει τη σημασία των σκέψεων (προσωπικής απόδοσης νοήματος) για τη δημιουργία συναισθημάτων που οδηγούν σε συγκεκριμένες συμπεριφορές. Η αλλαγή επέρχεται μέσα από την απόδοση εναλλακτικού νοήματος, προκειμένου το άτομο να βιώσει θετικότερα συναισθήματα, τα οποία με τη σειρά τους θα βοηθήσουν το άτομο να αλλάξει τις συμπεριφορές που επιθυμεί. Ταυτόχρονα, χρησιμοποιώ τεχνικές και από άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις όπως η Ψυχοδυναμική, η θεραπεία Σχημάτων και η θεραπεία Γκεστάλτ. Η επιλογή της προσέγγισης και των τεχνικών, βασίζεται στο εκάστοτε άτομο και στο τι μπορεί να απευθυνθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στην ιδιοσυγκρασία του ατόμου που αναζητά υποστήριξη, καθώς και στα ερευνητικά δεδομένα για την απόδοση του κάθε μοντέλου ψυχοθεραπείας σε σχέση με ένα συγκεκριμένο ζήτημα ψυχικής υγείας (π.χ. αποτελεσματικότητα γνωσιακής συμπεριφορικής ψυχοθεραπείας για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης).
Η διαδικασία που ακολουθώ βασίζεται στη δημιουργία μιας καλής θεραπευτικής σχέσης και κυρίως στη συνεργασία θεραπευόμενου και θεραπευτή. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το άτομο που προσέρχεται στη θεραπεία να γνωρίζει πως η ψυχοθεραπεία αποτελεί μια αμοιβαία ενεργητική διαδικασία, στην οποία το αντικείμενο και οι αποφάσεις που αφορούν τη θεραπεία λαμβάνονται από κοινού ώστε να επέλθουν οι επιθυμητές αλλαγές, η αυτοδιαχείριση και η συναισθηματική πλήρωση.
Μπορείς να αλλάξεις τη ζωή σου σήμερα
Οι ατομικές συνεδρίες διαρκούν 50 λεπτά. Στη θεραπεία ζεύγους καθώς και στην οικογενειακή θεραπεία, οι συνεδρίες διαρκούν 90 λεπτά.
Η πιο συνηθισμένη και αποτελεσματική συχνότητα των συνεδριών ορίζεται στη μια συνεδρία την εβδομάδα, ενώ καθώς το άτομο αισθάνεται προοδευτικά καλύτερα και πλησιάζει τους στόχους και την εκπλήρωση των θεραπευτικών του αιτημάτων, ο θεραπευτής προτείνει τις συναντήσεις ανά δύο εβδομάδες. Σε κάποιες περιπτώσεις, μετά τη λήξη της θεραπείας προτείνονται προκαθορισμένες αναμνηστικές συνεδρίες για την πρόληψη υποτροπής και την εμπέδωση όσων κατακτήθηκαν στη θεραπεία. Σε σπάνιες περιπτώσεις κατά τις οποίες το άτομο μπορεί να είναι πολύ επιβαρυμένο ψυχολογικά, μπορεί να προταθεί η συχνότητα των δύο συνεδριών την εβδομάδα.
Η διάρκεια της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας είναι δύσκολο να προκαθοριστεί καθώς έχει να κάνει με το άτομο και τις ανάγκες του, το αίτημα το οποίο το απασχολεί ή την πιθανή διάγνωση. Μια ολοκληρωμένη ψυχοθεραπευτική διαδικασία μπορεί να διαρκεί από έξι μήνες έως και κάποια χρόνια. Όλες οι αποφάσεις για τη λήξη ή παράταση της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας είναι καλό να λαμβάνονται από κοινού με τον θεραπευτή και να βασίζονται σε μια κοινή αντίληψη γύρω από το αίτημα του θεραπευόμενου και την πρόοδο της θεραπείας. Βασικότερες ενδείξεις για τα παραπάνω αποτελούν το αν ο θεραπευόμενος αισθάνεται καλά, αν είναι λειτουργικός στην καθημερινότητα και τις σχέσεις του, και αν αισθάνεται πως έχει κατακτήσει τους θεραπευτικούς του στόχους.